δημωφελής

δημ-ωφελής, ές,
A of public use,

λόγοι Pl.Phdr.227d

;

πολιτεύματα Plu.2.784d

;

δ. τι πραχθέν D.C.72.7

, cf. Luc.Bis Acc.11;

τὸ δ.

the common good,

Hdn. 2.3.8

: [comp] Sup.

τὸ -έστατον Ph.2.177

.
2 of persons, Democr.282, Phld.Rh.2.02 S.;

ἡγεμών Plu.Sull.30

.
3 Adv.

-λῶς CIG4415b

([place name] Iotapata), IPE12.39.36 ([place name] Olbia), IGRom.4.860 (Laodicea ad Lycum): [comp] Sup.

-έστατα D.C.56.37

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δημωφελής — of public use masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημωφελής — ές (AM δημωφελής, ές) αυτός που είναι ωφέλιμος στον λαό, ο εθνωφελής, ο κοινωφελής («δημωφελή έργα») αρχ. 1. αυτός που αγαπά τον άνθρωπο ή τον λαό, φιλάνθρωπος, φιλόλαος 2. το ουδ. ως ουσ. το δημωφελές το κοινό καλό, το δημόσιο συμφέρον. [ΕΤΥΜΟΛ …   Dictionary of Greek

  • δημωφελεῖς — δημωφελής of public use masc/fem acc pl δημωφελής of public use masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημωφελέα — δημωφελής of public use neut nom/voc/acc pl (epic ionic) δημωφελής of public use masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημωφελές — δημωφελής of public use masc/fem voc sg δημωφελής of public use neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημωφελέστατα — δημωφελής of public use adverbial superl δημωφελής of public use neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημωφελεστάτου — δημωφελής of public use masc/neut gen superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημωφελοῦς — δημωφελής of public use masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημωφελέστατος — δημωφελής of public use masc nom superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημωφελέστερα — δημωφελής of public use neut nom/voc/acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δήμος — (5ος αι. π.Χ.). Αθηναίος, γιος του Πυριλάμπη που φημιζόταν για το κάλλος του. Για την ομορφιά του γίνεται λόγος στον Γοργία του Πλάτωνα και στον Αριστοφάνη. Το σπίτι του Πυριλάμπη και του Δ. ήταν γνωστό σε όλη την Ελλάδα για τα πτηνοτροφεία του,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.